Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

Δημιουργία ιστοριογραμμής



ü Κάνουμε λογαριασμό στο sign up και επιλέγουμε Public που είναι δωρεάν και μας δίνει μία πρόχειρη ιστοριογραμμή και απεριόριστες δημόσιες.
ü Αφού ολοκληρώσαμε το λογαριασμό μας κάνουμε εισαγωγή στο sign in με το όνομα χρήστη και κωδικό που επιλέξαμε στο πρώτο βήμα.
ü Επιλέγοντας πάνω δεξιά το Dashboard έχουμε τη δυνατότητα να ξεκινήσουμε τη δική μας ιστοριογραμμή με το Add Timeline+
ü Γράφουμε τον τίτλο, αφήνουμε προς το παρόν την επιλογή draft, επιλέγουμε την κατηγορία και αναρτούμε φωτογραφία από τον υπολογιστή μας αν επιθυμούμε → create timeline.
ü Προσθέτουμε γεγονός με Add event ή χρονικό διάστημα με timespan (π.χ. διάστημα πρωθυπουργίας Καποδίστρια)
ü Δεν έχει σημασία με ποια σειρά γράφουμε τα γεγονότα αφού τοποθετούνται σύμφωνα με την ημερομηνία. Αν θέλουμε να τοποθετήσουμε γεγονότα προ Χριστού, επιλέγουμε το     BCE / BC

ü Αποθηκεύεται αυτόματα και μπορούμε με το Dashbord να δούμε τις ιστοριογραμμές μας. Κάνοντας κλικ στο βελάκι μας δίνει τη δυνατότητα να δούμε το έργο μας, να το επεξεργαστούμε, να το διαγράψουμε ή να το κάνουμε public για να μπορούν να το δουν όλοι.
Όταν βλέπουμε την ιστοριογραμμή μας κάτω από τις αναρτήσεις μας επιλέγουμε αν θέλουμε Timeline ή List.





(Διαφορετική ιστοριογραμμή αφού εκτός από τη σειρά των γεγονότων συνδυάζει και την τοποθεσία που διαδραματίστηκαν και μπορεί να αναπαραχθεί σαν βίντεο.
ü Κάνουμε λογαριασμό στο sign up, είναι δωρεάν.
ü Αφού ολοκληρώσαμε το λογαριασμό μας κάνουμε εισαγωγή στο sign in με το όνομα χρήστη και κωδικό που επιλέξαμε στο πρώτο βήμα.
ü Ξεκινάμε τη δική μας ιστοριογραμμή επιλέγοντας Create your first event. Γράφουμε τίτλο, περισσότερα στοιχεία για το γεγονός, ημερομηνία, φωτογραφία και στο τέλος την τοποθεσία στο χάρτη και αν θέλουμε κάποια γραμμή ή σχήμα. Το ίδιο κάνουμε και για τα υπόλοιπα γεγονότα.

ü Έπειτα επιλέγουμε storiescreate new story και κάνουμε την ιστορία μας (αφού γράψουμε τον τίτλο) μεταφέροντας τα γεγονότα από τη μία στήλη στην άλλη με τη σειρά που θέλουμε.

Τετάρτη, 3 Μαΐου 2017

ΤΑ ΤΡΙΑ ΔΕΝΤΡΑ

Κάποτε , στην κορυφή ενός λόφου,στέκονταν τρία μικρά δέντρα και ονειρεύονταν τι ήθελαν να γίνουν όταν μεγαλώσουν.
Το πρώτο κοίταξε ψηλά τ’ αστέρια και είπε: «Θέλω να φυλάω ένα θησαυρό. Θέλω να είμαι καλυμμένο με χρυσάφι και γεμάτο πολύτιμους λίθους. Θα είμαι το πιο όμορφο θησαυροφυλάκιο στον κόσμο!»
Το δεύτερο κοίταξε μακριά ένα μικρό ποταμάκι που αργοκυλούσε στο δρόμο του για τη θάλασσα και είπε: «Εγώ θέλω να ταξιδεύω στις μεγάλες θάλασσες και να μεταφέρω δυνατούς βασιλιάδες. Θα είμαι το πιο δυνατό καράβι στον κόσμο!»
Το τρίτο δέντρο κοίταξε χαμηλά στην κοιλάδα από κάτω ,όπου δραστήριοι άντρες και γυναίκες δούλευαν σε μια πόλη γεμάτη ζωντάνια. «Εγώ δε θέλω ν΄αφήσω την κορυφή του βουνού. Θέλω να γίνω τόσο ψηλό που , όταν θα σταματούν οι άνθρωποι για να με κοιτάξουν θα σηκώνουν τα μάτια τους στον ουρανό και θα σκέφτονται το θεό.Θα είμαι το ψηλότερο δέντρο στον κόσμο!»
Τα χρόνια πέρασαν. Ήρθε η βροχή , βγήκε ο ήλιος και τα τρία δέντρα ψήλωσαν. Μια μέρα , τρεις ξυλοκόποι ανέβηκαν στο βουνό.Ο πρώτος κοίταξε το πρώτο δέντρο και είπε: «Αυτό το δέντρο είναι όμορφο,είναι ακριβώς αυτό που θέλω » και με μια κίνηση του αστραφτερού του τσεκουριού το δέντρο έπεσε.«Τώρα θα με κάνουν ένα όμορφο μπαούλο και θα φυλάω θαυμάσιους θησαυρούς!» είπε το πρώτο δέντρο.
          Ο δεύτερος ξυλοκόπος κοίταξε το δεύτερο δέντρο και είπε : « Αυτό το δέντρο είναι δυνατό. Είναι ακριβώς αυτό που θέλω !» και με μια κίνηση του αστραφτερού του τσεκουριού το δεύτερο δέντρο έπεσε. «Τώρα θα ταξιδεύω στις μεγάλες θάλασσες!»σκέφτηκε εκείνο. « Θα γίνω δυνατό καράβι για δυνατούς βασιλιάδες! »…
Το τρίτο δέντρο απογοητεύτηκε όταν ο τελευταίος ξυλοκόπος κοίταξε κατά το μέρος του. Στεκόταν ευθύ και ψηλό και σημάδευε γενναία τον ουρανό.Ο ξυλοκόπος κοίταξε ψηλά και μουρμούρισε: « Οποιοδήποτε δέντρο μου κάνει». Με μια κίνηση του αστραφτερού του τσεκουριού έπεσε και το τρίτο δέντρο…
Το πρώτο δέντρο χάρηκε όταν ο ξυλοκόπος το πήγε στον ξυλουργό. Αλλά εκείνος το έκανε παχνί για τα ζώα. Το άλλοτε όμορφο δέντρο δεν καλύφθηκε με χρυσάφι ούτε με θησαυρό. Το επένδυσαν με πριονίδια και το γέμισαν σανό για να τρώνε τα πεινασμένα ζώα μέσα στο στάβλο.
Το δεύτερο δέντρο χαμογέλασε όταν ο ξυλοκόπος το πήγε στο ναυπηγείο όμως κανένα δυνατό καράβι δε φτιάχτηκε εκείνη τη μέρα. Αντί γι’ αυτό το άλλοτε δυνατό δέντρο,με το σφυρί και το πριόνι έγινε μια βάρκα για ψάρεμα. Παραήταν μικρό και αδύναμο για να περάσει τους ωκεανούς ή ακόμα κι ένα ποτάμι. Παρά μονάχα το πήγαν σε μια λίμνη.
Το τρίτο δέντρο μπερδεύτηκε όταν ο ξυλοκόπος το έκοψε σε δυνατά δοκάρια και το άφησε στο ξυλουργείο. «Τι έγινε;» αναρωτήθηκε το ψηλό δέντρο. «Αυτό που ήθελα πάντα ήταν να στέκομαι στην κορυφή του βουνού και να δείχνω το θεό…» .
Πολλές μέρες και νύχτες πέρασαν.Τα τρία δέντρα σχεδόν ξέχασαν τα όνειρά τους. Αλλά μια νύχτα, χρυσό φεγγαρόφως χύθηκε πάνω στο πρώτο δέντρο καθώς μια νεαρή γυναίκα απόθεσε το νεογέννητο μωρό της μέσα στη φάτνη. «Μακάρι να μπορούσα να του φτιάξω μια κούνια» , ψιθύρισε ο άντρας της. Η μητέρα έσφιξε το χέρι του και χαμογέλασε καθώς το φεγγαρόφωτο έλαμψε πάνω στο λείο και στιβαρό ξύλο. «Αυτή η φάτνη είναι όμορφη» , είπε. Και ξαφνικά το πρώτο δέντρο κατάλαβε ότι κρατούσε το μεγαλύτερο θησαυρό του κόσμου!
Ένα βράδυ , ένας κουρασμένος ταξιδιώτης και οι φίλοι του μπήκαν σε μια παλιά ψαρόβαρκα . Ο ταξιδιώτης αποκοιμήθηκε καθώς το δεύτερο δέντρο άνοιξε ήσυχα τα πανιά του μέσα στη λίμνη . Γρήγορα σηκώθηκε σφοδρή καταιγίδα γεμάτη κεραυνούς . Το μικρό δέντρο λύγισε από το φόβο. Ήξερε ότι δεν είχε τη δύναμη να μεταφέρει τόσους πολλούς επιβάτες με ασφάλεια μες στον αέρα και τη βροχή… Ο κουρασμένος άντρας ξύπνησε. Σηκώθηκε,άπλωσε το χέρι του και είπε : « Ησύχασε..!». Η καταιγίδα σταμάτησε τόσο γρήγορα όσο είχε ξεκινήσει. Και ξαφνικά το δεύτερο δέντρο κατάλαβε ότι μετέφερε το βασιλιά του ουρανού και της γης…
Μια Παρασκευή πρωί , το τρίτο δέντρο ξαφνιάστηκε όταν τράβηξαν το δοκάρι του από τον ξεχασμένο σωρό με τα ξύλα . Δείλιασε καθώς το μετέφεραν μέσα από τους χλευασμούς του αγριεμένου πλήθους. Τρόμαξε , όταν οι στρατιώτες κάρφωσαν τα χέρια ενός άντρα πάνω του. Ένιωσε άσχημο , τραχύ και σκληρόκαρδο .Αλλά την Κυριακή το πρωί , όταν ανέτειλε ο ήλιος και η γη κάτω από το δέντρο άρχισε να τρέμει με χαρά , το τρίτο δέντρο ήξερε ότι η αγάπη του θεού είχε αλλάξει τα πάντα.Είχε κάνει το τρίτο δέντρο δυνατό. Και κάθε φορά που οι άνθρωποι σκέφτονται το τρίτο δέντρο , σκέφτονται το θεό. Αυτό ήταν καλύτερο από το να είναι το ψηλότερο δέντρο στον κόσμο!

Ας προσπαθήσουμε να μην απογοητευόμαστε όταν τα όνειρά μας δε γίνονται πραγματικότητα…Ίσως κάπου αλλού, κάποιος άλλος να έχει καλύτερα σχέδια για μας…


Από το βιβλίο του Άκη Αγγελάκη, «Ιστορίες που δυναμώνουν την ψυχή», Εκδόσεις ΠΥΡΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.



















Πέμπτη, 9 Μαρτίου 2017

Παραμύθι για την Καθαρή Δευτέρα και ... την πίστη στο όνειρο.

''Το καλάμι που ονειρευόταν να πετάξει''.
                                                        ( συγγραφή Ελένη-Ξένη Τσούση)

Μία ιστορία θα σας πω,για ένα όνειρο τρελό...

Σε ένα μικρό μικρό χωριό,κάποτε ,κάπου ,μα όχι εδώ,
πλάι πλάι στο ποτάμι το γοργό,
φύτρωσε ένα καλάμι λυγερό.
Ψήλωνε και θέριευε και τον κόσμο έβλεπε.
Μα ένα παράπονο πικρό 
έβγαζε κάθε φύλλο του μικρό.
<<Αααχ να μπορούσα να πετώ...
Να φτάνω ως τον ουρανό!!!
Να δω τον κόσμο από ψηλά 
κι άλλα καλάμια μακρινά...
Βαρέθηκα να είμαι εδώ
 κι όλο να ακούω τον ποταμό.
Διόλου εγώ να περπατώ ούτε ένα βήμα ...
Άδικο δεν ειν αυτό>>;
Ο ήλιος που το άκουγε,
 γλυκά γλυκά το χάιδευε
 και κάθε ακτίδα του ζεστή
παρέα του κανε στην πίκρα του αυτή.
Το σύννεφο κορόιδευε την τόση φαντασία.
<<Πότε καλάμι ακούστηκε σε ουρανοπορία;;
Είναι καλάμι....
Ρίζωσε στην γη για να πατάει 
κι όχι όνειρα τρελά να χει πως θα πετάει>>.
Ο αέρας το λυπήθηκε και πήγε στα παιδιά ,
που πάιζαν φλεβαριάτικα σε μια γειτονιά.
Τους σφύριξε ακροπόταμα να βρουν την καλαμιά, 
που ένα καλάμι λυγερό ,θε να ανταμώσει ουρανό.
Κι εκείνα έτσι έκαμαν 
και κόψαν το καλάμι
 και πήραν τρία ξύλα του
 που ίσα τα μετρήσαν.
Με τέχνη μαζί τα δεσαν ,τα σφίξανε γερά
μην τα σκορπίσει ο άνεμος ,να είναι δυνατά.
Πολύχρωμο πουκάμισο του φόρεσαν
 με κόλλα και χαρτί ,
χαρούμενο και όμορφο
 σαν του Αρλεκίνου την στολή.
Ψαλίδισαν πολύχρωμα χαρτάκια και πανιά 
και μ όλα τούτα φτιάξανε ξοπίσω του μια μακρουλή ουρά.
Μια Δευτέρα Καθαρή ,όπως το έθιμο καλεί
μες σε χαρούμενες φωνές 
το ονειροπόλο μας καλάμι ,
την πρώτη του την πτήση ,ετοιμάστηκε να κάμει.
Πήρε ανάσα πολύυυ βαθιάαα .
Έκλεισε τα μάτια του για λίγο σφιχτά σφιχτάααα
και ετοιμάστηκε σαφώς 
ψηλά να πετάξει...σαν χαρταετός!!!!!!!!!!!.
Το όνειρό του ήταν τρελό ..
Μα σαν βρέθηκε στον ουρανό ,
να κολυμπάει απαλά 
και κόλπα να κάνει με την φανταχτερή του ουρά...,
ένιωσε πως τελικά,
όταν τα όνειρά του κανείς πολύ τα αγαπά,
...μπορεί...μπορεί να βγουν μια μέρα αληθινά!!
Ακόμη κι αν έχεις μάνα καλαμιά,
και ρίζες στο χώμα πολύ βαθιά,
αεροπόρου καριέρα μπορείς να κάνεις 
αν έχεις πείσμα και πίστη στην καρδιά.
Και σας το λέω εγώ, ο άνεμος παιδιά ,
που έχω δει τόσα πολλά.
Να χετε πίστη στην καρδιάααα......  
φςςςςςςςςςςςς... 


http://pitsinacrafts.blogspot.gr/2014/02/blog-post_27.html

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017

Υπάρχει ζωή μετά τον ...

Στη μήτρα μιας μητέρας βρίσκονται δύο μωρά. Το ένα ρωτά το άλλο: «Πιστεύεις στη ζωή μετά τον τοκετό;» κι εκείνο απάντησε,
«Γιατί ρωτάς; Φυσικά. Κάτι θα υπάρχει μετά τον τοκετό. Μπορεί να είμαστε εδώ για να προετοιμαστούμε, για αυτό τι θα ακολουθήσει αργότερα.»
«Ανοησίες», είπε το πρώτο. «Δεν υπάρχει ζωή μετά τον τοκετό. Τι είδους ζωή θα ήταν αυτή»;
Το δεύτερο είπε, «Δεν ξέρω, αλλά θα υπάρχει περισσότερο φως από ό, τι εδώ. Ίσως να περπατάμε με τα πόδια μας και να τρώμε με το στόμα. Ίσως να έχουμε περισσότερες αισθήσεις που δεν μπορούμε καν να φανταστούμε τώρα».
Το πρώτο απάντησε: «Αυτό είναι παράλογο! Το περπάτημα είναι αδύνατο. Και να τρώμε με το στόμα; Γελοίο! Ο ομφάλιος λώρος μας δίνει την τροφή και όλα όσα χρειαζόμαστε. Αλλά ο ομφάλιος λώρος είναι πολύ κοντός. Οπότε, η ζωή μετά τον τοκετό, λογικά, αποκλείεται».
Το δεύτερο όμως επέμενε, «Λοιπόν, νομίζω ότι υπάρχει κάτι και ίσως είναι διαφορετικό από ό,τι είναι εδώ. Ίσως να μη μας χρειάζεται αυτό το φυσικό 'καλώδιο' πια».
Και το πρώτο απάντησε, «Ανοησίες. Και επιπλέον, αν υπάρχει ζωή, τότε γιατί ποτέ κανείς δεν έχει γυρίσει πίσω από εκεί; Ο τοκετός είναι το τέλος της ζωής, και μετά από τον τοκετό & δεν υπάρχει τίποτα, παρά μόνο σκοτάδι, σιωπή και λήθη. Δεν οδηγεί πουθενά».
«Λοιπόν, δεν ξέρω», λέει το δεύτερο, «αλλά σίγουρα θα συναντήσουμε τη μητέρα και αυτή θα μας φροντίσει».
Τότε το πρώτο μωρό απάντησε, «Μητέρα; Πιστεύεις στη μητέρα; Αυτό είναι γελοίο. Αν η μητέρα υπάρχει, τότε πού είναι τώρα»;
Το δεύτερο είπε: «Είναι παντού γύρω μας. Είμαστε περικυκλωμένοι από αυτήν. Είμαστε μέρος της. Είναι μέσα της που ζούμε. Χωρίς αυτήν, αυτός ο κόσμος δεν θα μπορούσε καν να υπάρχει».
Τότε είπε το πρώτο, «Λοιπόν, εγώ δεν την βλέπω, έτσι είναι λογικό ότι δεν υπάρχει».
Και τότε το δεύτερο μωρό απάντησε, «Μερικές φορές, όταν κάνεις ησυχία και επικεντρωθείς και ακούσεις πραγματικά, μπορείς να αντιληφθείς την παρουσία της, και μπορείς να ακούσεις την αγαπημένη της φωνή, να σε καλεί από πάνω».

~ Του Ούγγρου συγγραφέα Útmutató a Léleknek.
Ο Ευαγγελος Ζηκιδης κοινοποίησε τη δημοσίευση του Vagelis Varsamidis.

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

Η Μεταξένια Αγάπη

"Η Μεταξένια Αγάπη" 
των Λία Ζώτου και Θοδωρή Καραγεωργίου
μας ταξιδεύει στην πρωτεύουσα της μόδας το Μιλάνο, μας πήγε
σε μέρη μακρινά στα βάθη της Ανατολής και κυρίως άρχισε και 
τελείωσε εδώ στο Σουφλί. Η πόλη μας, το μετάξι, οι κάτοικοι 
αποτέλεσαν έμπνευση για το συγγραφικό δίδυμο και τους 
έδωσε υλικό για να γιορτάσουν τη δική τους μεταξένια αγάπη
που αλλού! παρά στον χώρο του μεταξιού στον τόπο που 
έκλεισε ένας κύκλος 10 χρόνων από τη στιγμή που πρωτοήρθαν
οι συγγραφείς στο Σουφλί και γοητεύτηκαν από τον μικρό 
τούτο τόπο, την ιστορία του μεταξιού, τα κουκουλόσπιτά του.
     Οι ήρωές τους, η Αργυρώ και ο Άγγελος, δυο νέοι ερωτευμένοι Σουφλιώτες παρά 
τα δεινά και τις κακουχίες στο τέλος πετυχαίνουν ώστε η αγάπη τους να είναι αιώνια, 
μεταξένια.
     Τιμή ιδιαίτερη για το Σουφλί που αποτέλεσε τον αφηγηματικό χώρο ενός σύγχρονου 
λογοτεχνικού βιβλίου, που για αρκετές εβδομάδες ήταν πρώτο σε πωλήσεις 
πανελλαδικά, ώστε να ακουστεί στη λογοτεχνική παρέα του σήμερα και να το
γνωρίσουν οι σύγχρονες γενιές.

Η καταστροφή της Σμύρνης σε 40 σπάνια καρέ (Πολύ ωραίο αφιέρωμα από το news247.gr)

Η καταστροφή της Σμύρνης σε 40 σπάνια καρέ


Μέσα από τη συγκλονιστική αφήγηση μιας νεαρής Σμυρνιάς και με τη βοήθεια του Φωτογραφικού Αρχείου του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, το NEWS247 αναβιώνει την πιο σκοτεινή σελίδα του ελληνισμού της Μικράς Ασίας , 94 χρόνια μετά τη σφαγή και την πυρπόληση της Σμύρνης το Σεπτέμβριο του 1922
Adtech Ad
«Οι γονείς μου κατοικούσαν στη Σμύρνη και ωνομάζοντο Ανδρομάχη και Κωνσταντίνος Χατζημάρκου. Ο πατέρας μου είχε ξενοδοχείο ύπνου, καφενείο και ηλεκτροκίνητο καφετριβείο “η Μόκα” στην προκυμαία της Σμύρνης. Γεννήθηκα στη Σμύρνη, στο ξενοδοχείο μας, στες 15 Μαρτίου του 1909. Επειδή οι αδελφές μου μεγάλωσαν και δεν ήθελε ο πατέρας μου να ζούμε στο ξενοδοχείο, κατοικήσαμε σ’ άλλο προάστειο, τον Κιός Τεπέ. Το σπίτι μας ήταν μία ωραία έπαυλις σ’ένα ύψωμα, από όπου εφαίνετο ωραία η κίνησις του κόλπου… 
Η ζωή μας κυλούσε ήρεμη και ανέφελη, την ευτυχία μας δε τη μεγάλωσε ο Ελληνικός στρατός, που κατέλαβε τη Σμύρνη. Θυμούμε μάλιστα με τι λαχτάρα στες 2 Μαΐου 1919 τους υποδεχθήκαμε στο σπίτι μας, τον χορό που έδωσε ο πατέρας μου στον 1ον λόχο των ευζώνων, που ήλθε στο χωριό καθώς και τον Εθνικόν Ύμνον που για πρώτη φορά έπαιξα στο πιάνο με την αδελφούλα μου. Έτσι πέρασαν τρία χρόνια γεμάτα χαρά και ευτυχία, που βλέπαμε τη Σμύρνη μας γαλανόλευκη. 
Η ευτυχία μας όμως δεν βάσταξε πολύ· και μια μέρα του 1922, στες 14 Αυγούστου , μάθαμε την οπισθοχώρησι του Ελληνικού στρατού. Στην αρχή μας φάνηκε απίστευτο, γιατί ο εγωϊσμός μας δεν μας άφινε να το πιστέψωμε. 
Και όμως ένα Σάββατο… ακούστηκε ο φοβερός ερχομός των Τούρκων…»

AdTech Ad

Η Αμφιλύκη Χατζημάρκου, ήταν ένα κορίτσι που μεγάλωνε στη Σμύρνη ανέμελα και με σχετική οικονομική άνεση μέχρι την καταστροφή της πόλης το Σεπτέμβριο του 1922. Η αφήγησή της αναβιώνει μια από τις πιο μαύρες σελίδες της ελληνικής ιστορίας, τη σφαγή και την πυρπόληση της Σμύρνης, που σφράγισε επί της ουσίας το θάνατο του ελληνισμού της Μικράς Ασίας και την αποτυχία της υλοποίησης της Μεγάλης Ιδέας. Μικρασιατική Καταστροφή για τους Έλληνες, Αγώνας Ανεξαρτησίας (Kurtuluş Savaşı) για τους Τούρκους ...
Το Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 1923 ο τουρκικός στρατός, ο ίδιος ο Μουσταφά Κεμάλ και οι άτακτοί του, μπήκαν στην Σμύρνη. Επτά μέρες πριν είχε αποχωρήσει και το τελευταίο ελληνικό στρατιωτικό τμήμα από τη Μικρά Ασία με το Μέτωπο να έχει καταρρεύσει από τις παραμονές του Δεκαπενταύγουστου.
Η ήττα του Ελληνικού στρατού και η κατάληψη της πόλης από τους κεμαλικούς βρήκε την οικογένεια της Αμφιλύκης απροετοίμαστη. Αναζήτησαν ασφάλεια «στο στόμα του λύκου», στο ξενοδοχείο της Προκυμαίας, αλλά κατάφεραν να σωθούν με τη βοήθεια ενός άλλου ξενοδόχου μουσουλμάνου, πιθανόν του Ναΐμ Μούλαβιτς, ιδιοκτήτη των «Σμύρνα Παλάς» και «Σπλέντιτ Παλάς». Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι αντάλλασαν εξυπηρετήσεις και προστασία κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας και της ελληνικής κατοχής του 1919-1922, ως τεχνολογία επιβίωσης απέναντι στις υπερβάσεις των αρχών και τη βιαιότητα των ατάκτων ενόπλων ομάδων. Μόνο που τον Αύγουστο – Σεπτέμβριο του 1922 οι παλιές ασφαλιστικές δικλείδες αποδείχθηκαν ανεπαρκείς…

Φωτιά, μαχαίρι και θάλασσα


Όποιος μπορέσει ας σωθή· η Σμύρνη καίεται

«Την Τετάρτη το βράδυ έρχεται ο Τούρκος ξενοδόχος και μας λέγει: “Όποιος μπορέσει ας σωθή· η Σμύρνη καίεται”» περιγράφει η Αμφιλύκη Χατζημάρκου στην σπάνια σήμερα έκδοση «Από τας ημέρας της Μικρασιατικής Καταστροφής, Αυτοβιογραφίαι των Προσφύγων Κοριτσιών του Οικοτροφείου του Διεθνούς Συνδέσμου Γυναικών» (Αθήνα, 1926). «Βγήκαμε όλοι έξω και βλέπομε τη Σμύρνη να καίεται από τέσσερα μέρη και όλος ο κόσμος να φωνάζη και να μη ξεύρη που πηγαίνει. Ο πατέρας μου βλέποντας το κακό που γινότανε έξω, αποφάσισε να καούμε εκεί για να μη πέσωμε στα χέρια των θηρίων αυτών».

Ο πατέρας μου βλέποντας το κακό που γινότανε έξω, αποφάσισε να καούμε εκεί για να μη πέσωμε στα χέρια των θηρίων αυτών.

«Η απόφασις του ήτο σταθερά. Η μητέρα μου κ’ εμείς με κλάματα τον παρακαλούσαμε να φύγωμε. Τόσο τραγικό το σύμπλεγμα αυτό φάνηκε στον Τούρκο ξενοδόχο που ήρθε και είπε στη μητέρα μας: “Έλα πάρε τα παιδιά σου και θα σωθούμε όλοι μαζί. Έχω ατμάκατο”. Μια αχτίνα χαράς μας παρηγόρησε και αφού μας έδωσαν σκεπάσματα οθωμανικά μαζί με τη μητέρα και αδελφή του ξενοδόχου μας παρέλαβον μερικοί ωπλισμένοι Τούρκοι και μας πήγαν στην ατμάκατο. Προχωρήσαμε λίγο και ύστερα από πολλά εμπόδια, γιατί τα πτώματα των πνιγμένων κτυπούσαν δεξιά και αριστερά στην ατμάκατο, σταθήκαμε στο μέσον του κόλπου. Μπροστά στα μάτια μας είχαμε το τραγικό θέαμα, που μας παρουσιάζει φωτιά, μαχαίρι και θάλασσα. Σ’ όλη μου τη ζωή δε θα ξεχάσω την τραγική αυτή νύχτα».

Μπροστά στα μάτια μας είχαμε το τραγικό θέαμα, που μας παρουσιάζει φωτιά, μαχαίρι και θάλασσα. Σ’ όλη μου τη ζωή δε θα ξεχάσω την τραγική αυτή νύχτα.


Η μεγάλη πυρκαγιά εκδηλώθηκε αρχικά στην αρμενική συνοικία από την ανατίναξη της Αρμενικής Εκκλησίας του Αγίου Νικολάου. Με τη βοήθεια του ευνοϊκού για τους Τούρκους ανέμου (που έπνεε αντίθετα από την τουρκική συνοικία) και της βενζίνης με την οποία ράντιζαν τα σπίτια, η φωτιά κατέκαψε όλη την πόλη, εκτός από τη μουσουλμανική και την εβραϊκή συνοικία.
Η φωτιά διήρκεσε από τις 13 έως τις 17 Σεπτεμβρίου του 1922 (31 Αυγούστου έως 4 Σεπτεμβρίου με το παλαιό ημερολόγιο). Καθώς η οικογένεια Παπαμάρκου προσπαθούσε να διαφύγει, ο πατέρας συνελήφθη. Στην αφήγησή της η Αμφιλύκη χρησιμοποιεί το παλιό ημερολόγιο αλλά και αυτές οι ημερομηνίες φαίνεται πως είναι συγκεχυμένες στο μυαλό της.
«Στες 4 το πρωΐ της 1ης Σεπτεμβρίου φθάσαμε στο Κορδελιό, προάστειο της Σμύρνης. Οι Τούρκοι για να δείχνουν δυσκίολες στους χριστιανούς, ζητούσαν διάφορα πιστοποιητικά. Ο πατέρας κατώρθωσε με τη βοήθεια ενός δικηγόρου, Τούρκου να κάνη ένα τέτοιο πιστοποιητικό, που έπρεπε να επικυρωθή από την Τουρκική κυβέρνησι, και γι αυτό πήγε στο Διοικητήριο. Αλά δυστυχώς για μας εκεί κρατήθηκε από τους Τούρκους. Ήτανε Σαββάτο στες 15 Σεπτεμβρίου του 1922, η πιο δυστυχισμένη μέρα της ζωής μου . Αφού άδικα γυρέψαμε να τον σώσωμε και δεν μπορέσαμε, στες 15 Σεπτεμβρίου το πρωΐ φύγαμε αφήνοντας πίσω μας τον καλό μας πατέρα, περιουσία, σπίτι και την πατρίδα μας, με ένα επίτακτο Αμερικανικό που ήλθε να μας σώση».
Πιθανόν αναφέρεται στο Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου, τελευταία μέρα που επιτρέπονταν η ελεύθερη αποχώρηση του χριστινικού πληθυσμού από τον Τουρκικό στρατό. Φαίνεται ότι η οικογένεια εξάντλησε άδικα κάθε περιθώριο για τη σωτηρία του πατέρα…

Ξεριζωμός

Φύγαμε αφήνοντας πίσω μας τον καλό μας πατέρα, περιουσία, σπίτι και την πατρίδα μας

Ο ξεριζωμός ενός μεγάλου μέρους του χριστιανικού πληθυσμού, Ελλήνων και Αρμενίων, προς τη μικρασιατική ακτή, που -κατά τους υπολογισμούς του Οικουμενικού Πατριαρχείου- έφτανε τις 250.000, άρχισε μετά την ήττα του ελληνικού στρατού και την κατάρρευση του Μετώπου στα μέσα Αυγούστου του 1922.
Την επομένη της αναχώρησης και του τελευταίου ελληνικού στρατιωτικού τμήματος από τη Σμύρνη, οι χιλιάδες των προσφύγων Έλληνες και Αρμένιοι που κατέκλυζαν όλο το μήκος της περίφημης Προκυμαίας "Κε" μάταια περίμεναν πλέον τα επιταγμένα ελληνικά πλοία για τη μεταφορά τους στα γειτονικά ελληνικά νησιά. Μετά από παρέμβαση του Αμερικανού Προξένου G. Horton, στάλθηκαν δύο αμερικανικά αντιτορπιλικά για την εξυπηρέτηση των προσφύγων.

Οι μαρτυρίες για όσα συνέβησαν στην πόλη πριν την πλήρη εκκένωση της είναι ανατριχιαστικές. Οι Αρμένιοι και οι Έλληνες άντρες από 15 μέχρι και 45 ετών οδηγήθηκαν στα τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού) που βρήκαν τραγικό θάνατο από την εξουθενωτική εργασία και τις ταλαιπωρίες. Περίπου 160.000 άντρες δεν γύρισαν ποτέ. Όλη η Σμύρνη καλύφθηκε από τις στριγκλιές και τα ουρλιαχτά των γυναικών που βιάσθηκαν, οι Ευρωπαίοι μάρτυρες διέκριναν ακέφαλα βρέφη στους δρόμους της αρμένικης συνοικίας, ολόκληρες οικογένειες εκτελέσθηκαν εν ψυχρώ ενώ από τη μανία των Τούρκων δεν γλίτωσαν ούτε οι Γαλλίδες νοσοκόμες του Ερυθρού Σταυρού και οι καθολικές αδελφές του Τάγματος του Ελέους που σφαγιάσθηκαν εν ώρα καθήκοντος. Ο ευαγγελιστής ιερέας πατήρ Μαλτάς εκτελέσθηκε και ο πρόεδρος του Αμερικανικού Κολεγίου Αλεξ Μακ Λάχλαν υπέστη βασανιστήρια μέχρι θανάτου. Ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός έστειλε αντιπροσωπεία στον Κεμάλ Ατατούρκ ώστε να συγκαταθέσει στην εκκένωση της πόλης.

Η εκκένωση της Σμύρνης άρχισε στις 11 Σεπτεμβρίου και διήρκησε μια εβδομάδα. Κατόπιν ασφυκτικών πιέσεων ο Κεμάλ Ατατούρκ επέτρεψε σε ελληνικά και άλλα πλοία να μπουν στο λιμάνι.
Όταν η πόλη τυλίχτηκε στις φλόγες στις 13 Σεπτεμβρίου, 19 συνολικά πλοία μπήκαν στη Σμύρνη να σώσουν τον κόσμο.
Συνολικά 300.000 πρόσφυγες πέρασαν στην Ελλάδα.
Οι εμπρησμοί κατέστρεψαν τα 3/5 της έκτασης της Σμύρνης αφήνοντας άθικτη την τουρκική συνοικία. Από τις φωτιές δεν γλίτωσαν ούτε τα πολυτελή κτίρια της πόλης, όπως το Sporting Club, τα κομψά ξενοδοχεία του Και, τα εστιατόρια και οι επαύλεις. Από τις 46 ορθόδοξες εκκλησίες σώθηκαν οι τρεις.

Τα τελευταία τραγικά δείγματα της σμυρνιώτικης φωτογραφίας

Την έκταση της καταστροφής αποτυπώνει καρέ καρέ η συλλογή φωτογραφιών που έθεσε στη διάθεσή του NEWS247 το Φωτογραφικό Αρχείο του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου και έχει αξιοποιηθεί από το νεοϊδρυθέν Ψηφιακό Μουσείο Νέας Σμύρνης σε μια προσπάθεια συγκέντρωσης και ψηφιοποίησης του σχετικού με τον ελληνισμό της Σμύρνης υλικού που βρίσκεται σε κάθε γωνιά της Ελλάδας και του κόσμου.
«Αυτή η σχετικά άγνωστη ιδιωτική συλλογή, που παραχωρήθηκε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, είναι επί της ουσίας τα τελευταία τραγικά δείγματα της σμυρνιώτικης φωτογραφίας» επισημαίνει στο NEWS247 ο ιστορικός Μιχάλης Βαρλάς, υπενθυμίζοντας πως η Σμύρνη, η Νέα Υόρκη της Ανατολής όπως αποκαλείτο λόγω της ιδιαίτερης κουλτούρας της, είχε έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων της εικόνας: επαγγελματίες φωτογράφους, φωτορεπόρτερ, καλλιτέχνες, κινηματογραφιστές  αλλά και απλούς ανθρώπους που ήταν εξοικειωμένοι με τη φωτογραφία και την εικονοληψία.
«Από τέτοιες συλλογές όχι μόνο ξαναζούμε την καταστροφή αλλά βλέπουμε και πως οι άνθρωποι αποτύπωναν την ιστορία» τονίζει ο κύριος Βαρλάς.
Πηγή Φωτογραφιών: Φωτογραφικό Αρχείο Εθνικού Ιστορικού Μουσείου.

Ευχαριστούμε για τις πληροφορίες και τη βοήθεια τον Μιχάλη Βαρλά, επιμελητή και υπεύθυνο τεκμηρίωσης της έκθεσης του Ψηφιακού Μουσείου Νέας Σμύρνης, καθώς και την Νίκη Μαρκασιώτη, υπεύθυνη του Φωτογραφικού Αρχείου στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Αθήνας.